dotterel
do
ˈdɑ:
daa
tte
rel
rəl
rēl
/dˈɒtəɹə‍l/

Ορισμός και σημασία του "dotterel"στα αγγλικά

01

αφελής, εύπιστο άτομο

a foolish, gullible, or easily deceived person
dotterel definition and meaning
Dated
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dotterels
Παραδείγματα
Historical plays featured dotterels as comic fools.
Τα ιστορικά έργα παρουσίαζαν τους αφελείς ως κωμικούς ανόητους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store