Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
doses
Παραδείγματα
They calculated the dose based on the patient ’s weight and medical condition.
Υπολόγισαν τη δόση με βάση το βάρος και την ιατρική κατάσταση του ασθενούς.
02
δόση, ποσότητα
the amount of a substance or radiation absorbed or administered at a given time
Παραδείγματα
Scientists calculated the dose of pollutants in the sample.
Οι επιστήμονες υπολόγισαν τη δόση των ρύπων στο δείγμα.
03
δόση, δοσολογία
a hallucinogenic drug, lysergic acid diethylamide
Παραδείγματα
The subject became disoriented after using dose.
Το υποκείμενο αποπροσανατολίστηκε μετά τη χρήση της δόσης.
04
δόση, μόλυνση
a sexually transmitted infection or disease
Παραδείγματα
Some individuals carry a dose without showing symptoms.
Μερικά άτομα μεταφέρουν μια δόση χωρίς να εμφανίζουν συμπτώματα.
to dose
01
δοσολογώ, προσθέτω
to add a substance, agent, or chemical to something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dose
γ΄ ενικό πρόσωπο
doses
ενεστώτα μετοχή
dosing
απλός αόριστος
dosed
παθητική μετοχή
dosed
Παραδείγματα
The laboratory dosed the sample with precise amounts.
Το εργαστήριο δόσησε το δείγμα με ακριβείς ποσότητες.
02
δοσομετρώ, χορηγώ
to give or measure out a specific amount of medication or substance
Παραδείγματα
The doctor will dose the pain reliever based on your weight and condition.
Ο γιατρός θα δοσολογήσει το παυσίπονο με βάση το βάρος και την κατάστασή σας.
Λεξικό Δέντρο
dosage
dose



























