Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
doses
Παραδείγματα
The doctor prescribed a dose of 500 milligrams of the medication to be taken twice daily.
Ο γιατρός συνέταξε μια δόση 500 χιλιοστόγραμμων του φαρμάκου που πρέπει να λαμβάνεται δύο φορές την ημέρα.
02
δόση, ποσότητα
the amount of a substance or radiation absorbed or administered at a given time
Παραδείγματα
The laboratory measured the radiation dose.
Το εργαστήριο μέτρησε τη δόση ακτινοβολίας.
03
δόση, δοσολογία
a hallucinogenic drug, lysergic acid diethylamide
Παραδείγματα
Users report vivid experiences after a dose.
Οι χρήστες αναφέρουν ζωντανές εμπειρίες μετά από μια δόση.
04
δόση, μόλυνση
a sexually transmitted infection or disease
Παραδείγματα
He feared he had caught a dose.
Φοβόταν ότι είχε πιάσει μια δόση.
to dose
01
δοσολογώ, προσθέτω
to add a substance, agent, or chemical to something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dose
γ΄ ενικό πρόσωπο
doses
ενεστώτα μετοχή
dosing
απλός αόριστος
dosed
παθητική μετοχή
dosed
Παραδείγματα
They dosed the water with disinfectant.
Δοσομέτρησαν το νερό με απολυμαντικό.
02
δοσομετρώ, χορηγώ
to give or measure out a specific amount of medication or substance
Παραδείγματα
The nurse will dose the medication according to the doctor's instructions.
Η νοσοκόμα θα δοσομετρήσει το φάρμακο σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού.
Λεξικό Δέντρο
dosage
dose



























