doomed
doomed
du:md
doomd
domed

Ορισμός και σημασία του "doomed"στα αγγλικά

01

καταδικασμένος, πεπρωμένος

fated to suffer an inevitable and certain demise 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most doomed
συγκριτικός βαθμός
more doomed
διαβαθμίσιμο
02

καταδικασμένος, πεπρωμένος

(usually followed by `to') determined by tragic fate 
03

καταδικασμένος, καταραμένος

in danger of the eternal punishment of Hell 
04

καταδικασμένος, καταδικασμένος στην αποτυχία

destined to fail, suffer, or face misfortune 
Παραδείγματα
The doomed ship sank after hitting the iceberg. 

Το καταδικασμένο πλοίο βυθίστηκε μετά την πρόσκρουση στον παγόβουνο.

01

καταδικασμένοι, καταραμένοι

people who are destined to die soon 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
doomed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store