to doom
Pronunciation
/dum/

Ορισμός και σημασία του "doom"στα αγγλικά

to doom
01

καταδικάζω, οδηγώ σε αποτυχία

to intentionally cause something or someone to fail or experience a negative outcome by creating specific conditions
Transitive: to doom sth
to doom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
doom
γ΄ ενικό πρόσωπο
dooms
ενεστώτα μετοχή
dooming
απλός αόριστος
doomed
παθητική μετοχή
doomed
Παραδείγματα
The deliberate sabotage doomed their chances of winning the competition.
Η εσκεμμένη σαμποτάζ κατέδειξε τις πιθανότητές τους να κερδίσουν τον διαγωνισμό.
02

καταδικάζω, προορίζω για αποτυχία

to ensure that someone or something has a negative, unavoidable result or fate
Transitive: to doom an effort or activity to a negative outcome
Παραδείγματα
Their failure to negotiate effectively doomed the peace talks to failure.
Η αποτυχία τους να διαπραγματευτούν αποτελεσματικά κατέδικασε τις ειρηνευτικές συνομιλίες σε αποτυχία.
03

καταδικάζω, εκδίδω απόφαση

to declare a judgment or sentence, often condemning someone or something
Transitive: to doom sb to a punishment
Παραδείγματα
The judge doomed the defendant to a lengthy prison sentence for his crimes.
Ο δικαστής κατέδικασε τον κατηγορούμενο σε μακροχρόνια φυλάκιση για τα εγκλήματά του.
01

καταστροφή, μοιραία τύχη

an unavoidable, often tragic or disastrous fate or outcome
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The explorer felt a sense of doom approaching the storm.
Ο εξερευνητής αισθάνθηκε μια αίσθηση μοίρας καθώς πλησίαζε τη θύελλα.

Λεξικό Δέντρο

doomed
doomer
doom
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store