Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to doodle
01
ζωγραφίζω απερίσκεπτα, καζουρίζω
to aimlessly draw lines and shapes, particularly when one is bored
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
doodle
γ΄ ενικό πρόσωπο
doodles
ενεστώτα μετοχή
doodling
απλός αόριστος
doodled
παθητική μετοχή
doodled
Παραδείγματα
They doodle on napkins while waiting for their food to arrive at the restaurant.
Ζωγραφίζουν στα πετσέτες ενώ περιμένουν το φαγητό τους να φτάσει στο εστιατόριο.
Doodle
01
ζωγραφιά, ασκοπο σχέδιο
an aimless drawing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
doodles



























