doodle
doo
ˈdu:
ντου
dle
dəl
νταλ
/ˈduːdəl/

Ορισμός και σημασία του "doodle"στα αγγλικά

to doodle
01

ζωγραφίζω απερίσκεπτα, καζουρίζω

to aimlessly draw lines and shapes, particularly when one is bored
Intransitive
to doodle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
doodle
γ΄ ενικό πρόσωπο
doodles
ενεστώτα μετοχή
doodling
απλός αόριστος
doodled
παθητική μετοχή
doodled
Παραδείγματα
They doodle on napkins while waiting for their food to arrive at the restaurant.
Ζωγραφίζουν στα πετσέτες ενώ περιμένουν το φαγητό τους να φτάσει στο εστιατόριο.
01

ζωγραφιά, ασκοπο σχέδιο

an aimless drawing
doodle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
doodles
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store