to domineer
do
ντο
mi
μι
neer
ˈnɪə
νιε
cisqueermutineerengineerreappear

Ορισμός και σημασία του "domineer"στα αγγλικά

to domineer
01

κυριαρχώ, τυραννώ

to rule over people without considering their feelings or opinions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
domineer
γ΄ ενικό πρόσωπο
domineers
ενεστώτα μετοχή
domineering
απλός αόριστος
domineered
παθητική μετοχή
domineered

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

domineering
domineer
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store