domineer
do
ˌdɑ
ντα
mi
μα
neer
ˈnɪr
νιρ
/dˌɒmɪnˈi‍ə/

Ορισμός και σημασία του "domineer"στα αγγλικά

to domineer
01

κυριαρχώ, τυραννώ

to rule over people without considering their feelings or opinions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
domineer
γ΄ ενικό πρόσωπο
domineers
ενεστώτα μετοχή
domineering
απλός αόριστος
domineered
παθητική μετοχή
domineered
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store