Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to domineer
01
κυριαρχώ, τυραννώ
to rule over people without considering their feelings or opinions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
domineer
γ΄ ενικό πρόσωπο
domineers
ενεστώτα μετοχή
domineering
απλός αόριστος
domineered
παθητική μετοχή
domineered
Λεξικό Δέντρο
domineering
domineer



























