Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dominating
01
κυρίαρχος, αυταρχικός
having control, influence, or authority over others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dominating
συγκριτικός βαθμός
more dominating
διαβαθμίσιμο
02
κυρίαρχος, αυταρχικός
offensively self-assured or given to exercising usually unwarranted power
03
κυρίαρχος, υπερκείμενος
used of a height or viewpoint
Λεξικό Δέντρο
dominating
dominate
domin



























