domestic sheep
Pronunciation
/dəmˈɛstɪk ʃˈiːp/

Ορισμός και σημασία του "domestic sheep"στα αγγλικά

Domestic sheep
01

εγχώριο πρόβατο, οποιοδήποτε από τα διάφορα είδη που εκτρέφονται για μαλλί ή βρώσιμο κρέας ή δέρμα

any of various breeds raised for wool or edible meat or skin
domestic sheep definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sheep
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store