Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Domestic sheep
01
εγχώριο πρόβατο, οποιοδήποτε από τα διάφορα είδη που εκτρέφονται για μαλλί ή βρώσιμο κρέας ή δέρμα
any of various breeds raised for wool or edible meat or skin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
sheep
αρσενικό ενικό
ram
θηλυκό ενικό
ewe
neutral form
sheep
LanGeek



























