Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
domestic
01
εσωτερικός, εθνικός
relating to activities, issues, or affairs within a particular country
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Domestic trade refers to the buying and selling of goods and services within a nation.
Η εγχώρια εμπορική αναφέρεται στην αγορά και πώληση αγαθών και υπηρεσιών εντός ενός έθνους.
1.1
εγχώριος, εσωτερικός
made, grown, or originating within a particular country rather than imported
Παραδείγματα
He supports domestic brands to boost the local economy.
Υποστηρίζει τις εγχώριες μάρκες για την ενίσχυση της τοπικής οικονομίας.
1.2
εθνικός, εσωτερικός
happening, operating, or occurring within the boundaries of a country
Παραδείγματα
The airline offers both domestic and international routes.
Η αεροπορική εταιρεία προσφέρει τόσο εγχώριες όσο και διεθνείς διαδρομές.
02
εξημερωμένος, κατοικίδιος
(of an animal) capable of living with humans, either on a farm or as a pet in a house
Παραδείγματα
The care and welfare of domestic livestock are important considerations for farmers and animal owners.
Η φροντίδα και η ευημερία των εγχώριων ζώων είναι σημαντικές εκτιμήσεις για τους αγρότες και τους ιδιοκτήτες ζώων.
03
οικιακός, οικογενειακός
relating to or belonging to the home, household, or family life
Παραδείγματα
Their argument disrupted the peaceful domestic setting.
Η διαφωνία τους διέκοψε την ειρηνική οικιακή ατμόσφαιρα.
3.1
οικογενειακός, οικιακός
relating to family life, relationships, or issues within the household involving people
Παραδείγματα
The counselor offered advice on domestic relationships.
Ο σύμβουλος προσέφερε συμβουλές για τις οικογενειακές σχέσεις.
Domestic
01
οικιακός βοηθός, οικιακός υπάλληλος
a person employed to perform routine household tasks such as cleaning, cooking, or maintenance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
domestics
Παραδείγματα
The employer provided lodging for the domestic.
Ο εργοδότης παρείχε κατάλυμα στον οικιακό βοηθό.
Λεξικό Δέντρο
undomestic
domestic
domest



























