dolorous
Pronunciation
/dˈɑːlɚɹəs/
dolourous

Ορισμός και σημασία του "dolorous"στα αγγλικά

01

θλιμμένος, οδυνηρός

causing or displaying great sadness or distress
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dolorous
συγκριτικός βαθμός
more dolorous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He spoke in a dolorous tone about the recent losses in his life.
Μίλησε με ένα θλιμμένο τόνο για τις πρόσφατες απώλειες στη ζωή του.

Λεξικό Δέντρο

dolorous
dolor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store