Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dolorous
01
θλιμμένος, οδυνηρός
causing or displaying great sadness or distress
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dolorous
συγκριτικός βαθμός
more dolorous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She gave a dolorous sigh as she read the tragic news.
Έβγαλε ένα θλιμμένο αναστεναγμό καθώς διάβαζε την τραγική είδηση.
Λεξικό Δέντρο
dolorous
dolor



























