Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dolphinarium
01
δελφινάριο
an aquarium for dolphins
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dolphinariums
LanGeek



























