dolor
do
ˈdəʊ
dew
lor
donor
dolour

Ορισμός και σημασία του "dolor"στα αγγλικά

01

θλίψη, πόνος

a deep and painful sadness 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dolorous
dolor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store