Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to doll up
[phrase form: doll]
01
στολίζομαι, καλλωπίζομαι
to make oneself look beautiful or stylish, especially for a special event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
doll
ενεστώτας
doll up
γ΄ ενικό πρόσωπο
dolls up
ενεστώτα μετοχή
dolling up
απλός αόριστος
dolled up
παθητική μετοχή
dolled up
Παραδείγματα
The actress was in the makeup chair, getting dolled up for the film premiere.
Η ηθοποιός ήταν στην καρέκλα μακιγιάζ, στολίζοντας τον εαυτό της για την πρεμιέρα της ταινίας.



























