Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Doldrums
01
στασιμότητα, οικονομική ύφεση
a time when the economy is very slow, with high unemployment and little growth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
doldrums
Παραδείγματα
The country struggled to recover from the economic doldrums caused by the recession.
Η χώρα αγωνίστηκε να ανακάμψει από την οικονομική κατάθλιψη που προκλήθηκε από την ύφεση.
02
η μελαγχολία, η κατάθλιψη
a state of feeling sad, low on energy, or unmotivated
Παραδείγματα
After losing the competition, she spent the weekend in the doldrums, barely speaking to anyone.
Μετά την απώλεια του διαγωνισμού, πέρασε το σαββατοκύριακο στα doldrums, μόλις μιλώντας σε κανέναν.
03
οι ισημερινές νηνεμίες, οι τροπικές νηνεμίες
a region near the equator in the Atlantic, Pacific, or Indian Oceans characterized by calm winds and light, unpredictable movement
Παραδείγματα
The ship was stuck in the doldrums for three days.
Το πλοίο κόλλησε στη ζώνη ηρεμίας για τρεις ημέρες.



























