Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dog
01
σκύλος
an animal with a tail and four legs that we keep as a pet and is famous for its sense of loyalty
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dogs
Παραδείγματα
I found a lost dog and helped it find its owner.
Βρήκα ένα χαμένο σκύλο και το βοήθησα να βρει τον ιδιοκτήτη του.
02
άσχημη, κακόμορφη
an unattractive person, especially a girl or woman
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
He whispered to his friend that the girl at the bar was a total dog and not worth approaching.
Ψιθύρισε στον φίλο του ότι το κορίτσι στο μπαρ ήταν εντελώς άσχημο και δεν άξιζε να προσεγγιστεί.
03
χοτ ντογκ, καπνιστό λουκάνικο
a smooth-textured sausage of minced beef or pork usually smoked; often served on a bread roll
04
αποτυχία, χάλια
a product, movie, etc. characterized by having an extremely poor quality
Dialect
American
05
σχάρα, δόντι
a hinged catch that fits into a notch of a ratchet to move a wheel forward or prevent it from moving backward
06
στήριγμα τζακιού, βάση για κούτσουρα
metal supports for logs in a fireplace
07
άντρας, τύπος
informal term for a man
08
κάθαρμα, αχρείος
someone who is morally reprehensible
09
πόδια, πατούσες
foot or toe, mostly used in the plural
αργκό
Παραδείγματα
My dogs are killing me after that long run.
Τα πόδια μου με σκοτώνουν μετά από εκείνο το μεγάλο τρέξιμο.
to dog
01
παρακολουθώ, ακολουθώ στενά
to closely follow someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
dog
γ΄ ενικό πρόσωπο
dogs
ενεστώτα μετοχή
dogging
απλός αόριστος
dogged
παθητική μετοχή
dogged
Παραδείγματα
The journalist decided to dog the politician, hoping to uncover a story.
Ο δημοσιογράφος αποφάσισε να παρακολουθήσει στενά τον πολιτικό, ελπίζοντας να αποκαλύψει μια ιστορία.
02
στοχεύω, ακολουθώ
(of bad luck or a problem) to repeatedly create difficulties
Λεξικό Δέντρο
doglike
overdog
underdog
dog



























