doe
doe
doʊ
ντου
/dˈə‍ʊ/

Ορισμός και σημασία του "doe"στα αγγλικά

01

ελάφι θηλυκό, θηλυκό κουνέλι

a female mammal such as a deer or rabbit
doe definition and meaning
Παραδείγματα
The hunters admired the beauty of the doe from a distance, respecting her place in the wild.
Οι κυνηγοί θαύμασαν την ομορφιά της ελαφίνας από απόσταση, σέβοντας τη θέση της στην άγρια φύση.
02

μία ελκυστική και αθλητική αμφιφυλόφιλη γυναίκα, μία αθλητική και ελκυστική αμφιφυλόφιλη

a bisexual woman, often considered attractive and athletic
Slang
Παραδείγματα
That doe energy made her stand out at the Pride event.
Αυτή η ενέργεια ελαφιού την έκανε να ξεχωρίζει στη διοργάνωση Pride.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store