doe
doe
dəʊ
dew
nohpoeJoerow

Ορισμός και σημασία του "doe"στα αγγλικά

01

ελάφι θηλυκό, θηλυκό κουνέλι

a female mammal such as a deer or rabbit 
doe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
does
Παραδείγματα
The doe gracefully leaped over the fallen log, disappearing into the forest. 

Η ελαφίνα πήδηξε με χάρη πάνω από το πεσμένο κούτσουρο, εξαφανίζοντας στο δάσος.

02

μία ελκυστική και αθλητική αμφιφυλόφιλη γυναίκα, μία αθλητική και ελκυστική αμφιφυλόφιλη

a bisexual woman, often considered attractive and athletic 
doe definition and meaning
αργκό
Παραδείγματα
That doe just won the intramural soccer championship. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store