Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dodo
01
ντοντό, πουλί ντοντό
a flightless bird native to Mauritius, characterized by its large size, stout body, and inability to fly, extinct in the 17th century
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dodos
02
ηλίθιος, βλάκας
a stupid or foolish person
informal
offensive
Παραδείγματα
The coach benched the dodo who kept running the wrong play.
Ο προπονητής έβαλε στον πάγκο τον ντοντό που συνέχιζε να τρέχει λάθος παιχνίδι.
03
ξεπερασμένος, παλιομοδίτικος
someone whose style is out of fashion



























