dodo
do
ˈdəʊ
dew
do
dəʊ
dew
odo

Ορισμός και σημασία του "dodo"στα αγγλικά

01

ντοντό, πουλί ντοντό

a flightless bird native to Mauritius, characterized by its large size, stout body, and inability to fly, extinct in the 17th century 
dodo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dodos
02

ηλίθιος, βλάκας

a stupid or foolish person 
dodo definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
Παραδείγματα
The dodo tried to pay with a check at the self-checkout machine. 

Ο ντοντό προσπάθησε να πληρώσει με επιταγή στο μηχάνημα αυτοεξυπηρέτησης.

03

ξεπερασμένος, παλιομοδίτικος

someone whose style is out of fashion 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store