dockhand
Pronunciation
/dˈɑːkhænd/

Ορισμός και σημασία του "dockhand"στα αγγλικά

01

λιμενεργάτης, φορτωτής πλοίων

a laborer who loads and unloads vessels in a port
dockhand definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dockhands
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store