Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to do in
[phrase form: do]
01
σκοτώνω, ξεκαθαρίζω
to murder someone
Transitive: to do in sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
do
ενεστώτας
do in
γ΄ ενικό πρόσωπο
does in
ενεστώτα μετοχή
doing in
απλός αόριστος
did in
παθητική μετοχή
done in
Παραδείγματα
The detective worked tirelessly to prevent the mob from carrying out their plan to do in a key witness.
Ο ντετέκτιβ εργάστηκε ακούραστα για να αποτρέψει τη μαφία από το να εκτελέσει το σχέδιό τους να δολοφονήσει έναν κλειδί μάρτυρα.
02
εξαντλώ, κουράζω
to physically or mentally exhaust someone
Παραδείγματα
After a long day of hiking, I was completely done in.
Μετά από μια μεγάλη μέρα πεζοπορίας, ήμουν εντελώς ξεμείνει.



























