dizziness
di
ˈdɪ
ντι
zzi
zi
ζι
ness
nəs
νασ

Ορισμός και σημασία του "dizziness"στα αγγλικά

01

ζάλη, αδυναμία

a feeling of weakness and imbalance 
dizziness definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Sudden dizziness forced her to sit down. 

Το ξαφνικό ζάλη την ανάγκασε να καθίσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dizziness
dizzy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store