Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dizziness
01
ζάλη, αδυναμία
a feeling of weakness and imbalance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her dizziness worsened when she tried to focus on moving objects.
Ο ζάλης της επιδεινώθηκε όταν προσπάθησε να εστιάσει σε κινούμενα αντικείμενα.



























