divvy
Pronunciation
/ˈdɪvi/

Ορισμός και σημασία του "divvy"στα αγγλικά

01

μέρισμα, μερίδιο

short for dividend; especially one paid by a cooperative society
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
divvies
02

ανόητος, ηλίθιος

a foolish or silly person
Dialectbritish flagBritish
slang
Παραδείγματα
He 's a bit of a divvy, but a good lad.
Είναι λίγο ανόητος, αλλά καλό παιδί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store