to divulge
di
daɪ
dai
vulge
ˈvʌlʤ
valj
indulgebulge

Ορισμός και σημασία του "divulge"στα αγγλικά

to divulge
01

αποκαλύπτω, γνωστοποιώ

to reveal information that was kept secret to someone 
Transitive: to divulge secret information
to divulge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
divulge
γ΄ ενικό πρόσωπο
divulges
ενεστώτα μετοχή
divulging
απλός αόριστος
divulged
παθητική μετοχή
divulged
Παραδείγματα
Despite the pressure, he refused to divulge the password to his personal account. 

Παρά την πίεση, αρνήθηκε να αποκαλύψει τον κωδικό του προσωπικού του λογαριασμού.

Λεξικό Δέντρο

divulgement
divulgence
divulge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store