Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to divulge
01
αποκαλύπτω, γνωστοποιώ
to reveal information that was kept secret to someone
Transitive: to divulge secret information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
divulge
γ΄ ενικό πρόσωπο
divulges
ενεστώτα μετοχή
divulging
απλός αόριστος
divulged
παθητική μετοχή
divulged
Παραδείγματα
Mary felt a sense of relief after deciding to divulge her true feelings to her close friend.
Η Mary ένιωσε μια αίσθηση ανακούφισης αφού αποφάσισε να αποκαλύψει τα πραγματικά της συναισθήματα στον στενό της φίλο.



























