Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to divulge
01
αποκαλύπτω, γνωστοποιώ
to reveal information that was kept secret to someone
Transitive: to divulge secret information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
divulge
γ΄ ενικό πρόσωπο
divulges
ενεστώτα μετοχή
divulging
απλός αόριστος
divulged
παθητική μετοχή
divulged
Παραδείγματα
Despite the pressure, he refused to divulge the password to his personal account.
Παρά την πίεση, αρνήθηκε να αποκαλύψει τον κωδικό του προσωπικού του λογαριασμού.



























