Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to allude to
01
υπαινίσσομαι, αναφέρομαι έμμεσα
to mention something without directly talking about it in detail
Transitive: to allude to a topic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
allude
ενεστώτας
allude to
γ΄ ενικό πρόσωπο
alludes to
ενεστώτα μετοχή
alluding to
απλός αόριστος
alluded to
παθητική μετοχή
alluded to
Παραδείγματα
She alluded to her upcoming plans but didn't reveal the specific details.
Υπαινίχθηκε τα επερχόμενα σχέδιά της αλλά δεν αποκάλυψε τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες.



























