distributed
dist
ˈdɪst
dist
ri
ri
bu
bjʊ
byoo
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "distributed"στα αγγλικά

distributed
01

κατανεμημένος, διασκορπισμένος

spread out or scattered about or divided up 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most distributed
συγκριτικός βαθμός
more distributed
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store