to allot
Pronunciation
/əˈɫɑt/

Ορισμός και σημασία του "allot"στα αγγλικά

to allot
01

κατανέμω, διαθέτω

to give or distribute a particular thing such as time, money, etc.
Transitive: to allot time or resources for sb/sth
to allot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
allot
γ΄ ενικό πρόσωπο
allots
ενεστώτα μετοχή
allotting
απλός αόριστος
allotted
παθητική μετοχή
allotted
Παραδείγματα
The conference organizer will allot space for different exhibitors in the event venue.
Ο διοργανωτής της συνόδου θα κατανείμει χώρο για διαφορετικούς εκθέτες στο χώρο της εκδήλωσης.
02

κατανέμω, εκχωρώ

allow to have
03

απονέμω, ορίζω

to assign a task or role to somebody
Ditransitive: to allot sb sth | to allot sth to sb
Παραδείγματα
She allotted some tasks to each team member for the project.
Ανέθεσε κάποιες εργασίες σε κάθε μέλος της ομάδας για το έργο.

Λεξικό Δέντρο

allotment
allotted
reallot
allot
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store