Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to allot
01
κατανέμω, διαθέτω
to give or distribute a particular thing such as time, money, etc.
Transitive: to allot time or resources for sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
allot
γ΄ ενικό πρόσωπο
allots
ενεστώτα μετοχή
allotting
απλός αόριστος
allotted
παθητική μετοχή
allotted
Παραδείγματα
The manager decided to allot extra time for the team to complete the project successfully.
Ο διαχειριστής αποφάσισε να κατανείμει επιπλέον χρόνο στην ομάδα για την επιτυχή ολοκλήρωση του έργου.
02
κατανέμω, εκχωρώ
allow to have
03
απονέμω, ορίζω
to assign a task or role to somebody
Ditransitive: to allot sb sth | to allot sth to sb
Παραδείγματα
Each volunteer was allotted a specific area to clean.
Σε κάθε εθελοντή εκχωρήθηκε μια συγκεκριμένη περιοχή για καθαρισμό.



























