to allot
a
ə
ē
llot
ˈlɒt
lot
squatyachtsadatmott

Ορισμός και σημασία του "allot"στα αγγλικά

to allot
01

κατανέμω, διαθέτω

to give or distribute a particular thing such as time, money, etc. 
Transitive: to allot time or resources for sb/sth
to allot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
allot
γ΄ ενικό πρόσωπο
allots
ενεστώτα μετοχή
allotting
απλός αόριστος
allotted
παθητική μετοχή
allotted
Παραδείγματα
The manager decided to allot extra time for the team to complete the project successfully. 

Ο διαχειριστής αποφάσισε να κατανείμει επιπλέον χρόνο στην ομάδα για την επιτυχή ολοκλήρωση του έργου.

02

κατανέμω, εκχωρώ

allow to have 
03

απονέμω, ορίζω

to assign a task or role to somebody 
Ditransitive: to allot sb sth | to allot sth to sb
Παραδείγματα
Each volunteer was allotted a specific area to clean. 

Σε κάθε εθελοντή εκχωρήθηκε μια συγκεκριμένη περιοχή για καθαρισμό.

Λεξικό Δέντρο

allotment
allotted
reallot
allot
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store