allophone
Pronunciation
/ˈæɫəˌfoʊn/

Ορισμός και σημασία του "allophone"στα αγγλικά

01

ένα αλλόφωνο, μια παραλλαγή προφοράς ενός φωνήματος

a variant pronunciation of a phoneme, which can occur due to phonetic differences in specific contexts or environments within a language
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
allophones
Παραδείγματα
The variation of the " r " sound in different dialects of English is an example of allophonic variation.
Η διαφοροποίηση του ήχου "r" σε διαφορετικές διαλέκτους των Αγγλικών είναι ένα παράδειγμα αλλοφωνικής διαφοροποίησης.

Λεξικό Δέντρο

allophonic
allophone
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store