Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Allomorph
01
αλλόμορφο, μία από τις παραλλαγές ενός μορφήματος
any of the variant forms of a morpheme, which are phonetically or phonologically conditioned
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
allomorphs
02
αλλότροπος, διαφορετική κρυσταλλική μορφή
any of several different crystalline forms of the same chemical compound
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
allomorphic
allomorph



























