allomorph
a
ˈæ
αι
llo
λα
morph
mɔ:f
μοφ
allelomorph

Ορισμός και σημασία του "allomorph"στα αγγλικά

01

αλλόμορφο, μία από τις παραλλαγές ενός μορφήματος

any of the variant forms of a morpheme, which are phonetically or phonologically conditioned 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
allomorphs
02

αλλότροπος, διαφορετική κρυσταλλική μορφή

any of several different crystalline forms of the same chemical compound 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

allomorphic
allomorph
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store