distiller
dis
ˈdɪs
dis
ti
ti
ller
chillerspillertillerfiller

Ορισμός και σημασία του "distiller"στα αγγλικά

01

αποστακτήρας, κατασκευαστής οινοπνευματωδών ποτών

a company or a person that produces strong alcoholic drinks through a process in which a liquid is formed after cooling vapors 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
distillers
Παραδείγματα
The distiller crafted a unique blend of whiskey that became very popular in local bars. 

Ο αποστακτήρας δημιούργησε μια μοναδική μείξη ουίσκι που έγινε πολύ δημοφιλής στα τοπικά μπαρ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

distiller
tiller
till
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store