dissolute
di
ˈdɪ
di
sso
lute
lu:t
loot
dissonate

Ορισμός και σημασία του "dissolute"στα αγγλικά

01

άσωτος, ακόλαστος

lacking restraint and morality in the way of life 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dissolute
συγκριτικός βαθμός
more dissolute
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
morality, behavior, character
Παραδείγματα
The novel portrayed the main character as a dissolute aristocrat who squandered his wealth. 

Το μυθιστόρημα απεικόνιζε τον κύριο χαρακτήρα ως έναν άσωτο αριστοκράτη που σπατάλησε την περιουσία του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dissolutely
dissoluteness
dissolute
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store