Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Allograph
01
αλλόγραφο, γραφική παραλλαγή
a different physical or visual representation of the same grapheme or character in a writing system
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
allographs
02
αλλόγραφο, υπογραφή με εξουσιοδότηση
a signature written by one person for another
Λεξικό Δέντρο
allographic
allograph



























