Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dissimilarity
01
ανομοιότητα, διαφορά
the quality of being dissimilar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dissimilarities
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dissimilarity
similarity
similar



























