dissenter
di
di
ssen
ˈsɛn
sen
ter
disseverdisinter

Ορισμός και σημασία του "dissenter"στα αγγλικά

01

διαφωνούν, αντιφρονούν

someone who disagrees with a common belief or an official decision 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dissenters

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dissenter
dissent
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store