Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dissection
01
ανατομή, τομή
the act of cutting apart or separation of tissues, organs, etc. during anatomical study or investigation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dissections
Παραδείγματα
Through careful dissection, the biologist was able to identify the anatomical structures that differentiate male and female specimens of the species.
Μέσω της προσεκτικής ανατομής, ο βιολόγος μπόρεσε να αναγνωρίσει τις ανατομικές δομές που διαφοροποιούν τα αρσενικά και θηλυκά δείγματα του είδους.
02
ανατομή, λεπτομερής ανάλυση
a systematic examination and evaluation of a complex topic by breaking it down into its individual elements
Παραδείγματα
As part of their research, the engineers performed a dissection of multiple failed prototypes to pinpoint design flaws and fabrication errors.
Ως μέρος της έρευνάς τους, οι μηχανικοί πραγματοποίησαν ανατομή πολλών αποτυχημένων πρωτοτύπων για να εντοπίσουν σχεδιαστικά ελαττώματα και σφάλματα κατασκευής.
03
ανατομή, λεπτομερής ανάλυση
detailed critical analysis or examination one part at a time (as of a literary work)
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dissection
section
sect



























