Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disposable
01
εφάπαξ, απορρίψιμος
meant to be thrown away after being used
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disposable
συγκριτικός βαθμός
more disposable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Disposable utensils are convenient for picnics and outdoor events.
Τα μπουκάλια είναι βολικά για πικνίκ και εκδηλώσεις σε εξωτερικούς χώρους.
02
διαθέσιμος, ελεύθερος
referring to assets, income, or resources that are easily accessible or available for the owner's immediate use or discretion
Παραδείγματα
After selling his investments, he had a significant amount of disposable income that he could use for travel or other personal expenses.
Μετά την πώληση των επενδύσεών του, είχε ένα σημαντικό ποσό διαθέσιμου εισοδήματος που μπορούσε να χρησιμοποιήσει για ταξίδια ή άλλα προσωπικά έξοδα.
Disposable
01
ένα μίας χρήσης, ένα προϊόν μίας χρήσης
an item designed for a single use or for use over a short period, meant to be thrown away after use
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disposables
Παραδείγματα
The kitchen stocked several disposables for the picnic.
Η κουζίνα είχε στο απόθεμα αρκετά έναν χρήσης αντικείμενα για το πικνίκ.
Λεξικό Δέντρο
nondisposable
disposable
dispose



























