Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to allocate
01
κατανέμω, αποδίδω
to distribute or assign resources, funds, or tasks for a particular purpose
Transitive: to allocate resources or funds to a purpose | to allocate resources or funds for a purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
allocate
γ΄ ενικό πρόσωπο
allocates
ενεστώτα μετοχή
allocating
απλός αόριστος
allocated
παθητική μετοχή
allocated
Παραδείγματα
Companies allocate resources for employee training to enhance skills and productivity.
Οι εταιρείες κατανέμουν πόρους για την εκπαίδευση των εργαζομένων προκειμένου να βελτιώσουν τις δεξιότητες και την παραγωγικότητα.
Λεξικό Δέντρο
allocatable
allocation
allocator
allocate
alloc



























