Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to allocate
01
κατανέμω, αποδίδω
to distribute or assign resources, funds, or tasks for a particular purpose
Transitive: to allocate resources or funds to a purpose | to allocate resources or funds for a purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
allocate
γ΄ ενικό πρόσωπο
allocates
ενεστώτα μετοχή
allocating
απλός αόριστος
allocated
παθητική μετοχή
allocated
Παραδείγματα
The manager decided to allocate more budget to marketing for increased brand visibility.
Ο διαχειριστής αποφάσισε να κατανείμει περισσότερο προϋπολογισμό στο μάρκετινγκ για αυξημένη ορατότητα της μάρκας.
Λεξικό Δέντρο
allocatable
allocation
allocator
allocate
alloc



























