Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disk
01
δίσκος, εξωτερικός δίσκος
(computing) a flat round object used to store data on
Dialect
American
Παραδείγματα
She saved the important files to an external disk to back them up in case of computer failure.
Αποθήκευσε τα σημαντικά αρχεία σε έναν εξωτερικό δίσκο για να τα δημιουργήσει αντίγραφα ασφαλείας σε περίπτωση βλάβης του υπολογιστή.
02
δίσκος, πλάκα
an object that has a flat, round, and circular shape
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disks
Παραδείγματα
She inserted the metal disk into the slot to activate the machine.
Εισήγαγε τον μεταλλικό δίσκο στην υποδοχή για να ενεργοποιήσει το μηχάνημα.
03
δίσκος, πλάκα
a flat, circular object or plate
Παραδείγματα
The artist sculpted a bronze disk.
Ο καλλιτέχνης γλύφει έναν δίσκο από μπρούντζο.
04
δίσκος, βινύλιο
a phonograph record with a continuous groove used to reproduce music
Παραδείγματα
She played a jazz disk on the turntable.
Έπαιξε έναν δίσκο τζαζ στο πικάπ.
to disk
01
οργώνω, αροτριώνω
to break up and smooth soil by drawing a harrow over it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disk
γ΄ ενικό πρόσωπο
disks
ενεστώτα μετοχή
disking
απλός αόριστος
disked
παθητική μετοχή
disked
Παραδείγματα
The farmer disked the field before planting.
Ο αγρότης έσκαψε το χωράφι πριν από τη φύτευση.
Λεξικό Δέντρο
disklike
disk



























