to disinvest
dis
dɪs
ντισ
in
ɪn
ιν
vest
ˈvɛst
βεστ
disinfest

Ορισμός και σημασία του "disinvest"στα αγγλικά

to disinvest
01

γδύνω, απογυμνώνω

remove (someone's or one's own) clothes 
to disinvest definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disinvest
γ΄ ενικό πρόσωπο
disinvests
ενεστώτα μετοχή
disinvesting
απλός αόριστος
disinvested
παθητική μετοχή
disinvested
02

αποεπενδύω, μειώνω τις επενδύσεις

reduce or dispose of; cease to hold (an investment) 
03

αποστερώ από καθεστώς ή εξουσία, στερώ εξουσία

deprive of status or authority 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

disinvest
invest
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store