Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disinterested
01
αμερόληπτος, αδιάφορος
not being involved in a situation or benefiting from it, thus able to act fairly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disinterested
συγκριτικός βαθμός
more disinterested
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The disinterested third party was brought in to mediate the dispute and ensure fairness.
Ένας αδιάφορος τρίτος φορέας κλήθηκε να μεσολαβήσει στη διαμάχη και να διασφαλίσει τη δικαιοσύνη.
Λεξικό Δέντρο
disinterestedly
disinterested
interested
interest



























