Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disinherit
01
αποκληρώνω, αποκλείω από την κληρονομιά
to not allow one's family, especially one's children, to receive any money or property after one's death
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disinherit
γ΄ ενικό πρόσωπο
disinherits
ενεστώτα μετοχή
disinheriting
απλός αόριστος
disinherited
παθητική μετοχή
disinherited
Παραδείγματα
Some parents disinherit their children if they do n't agree with their lifestyle choices.
Μερικοί γονείς αποκληρώνουν τα παιδιά τους αν δεν συμφωνούν με τις επιλογές τρόπου ζωής τους.
Λεξικό Δέντρο
disinherit
inherit



























