Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disingenuous
01
ανειλικρινής, υποκριτικός
lacking sincerity and honesty, particularly by not revealing as much as one knows
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disingenuous
συγκριτικός βαθμός
more disingenuous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her disingenuous response made it clear she wasn’t telling the whole truth.
Η ανειλικρινής απάντησή της έκανε σαφές ότι δεν έλεγε όλη την αλήθεια.
Λεξικό Δέντρο
disingenuous
ingenuous



























