Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disingenuous
01
ανειλικρινής, υποκριτικός
lacking sincerity and honesty, particularly by not revealing as much as one knows
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disingenuous
συγκριτικός βαθμός
more disingenuous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She found his compliments to be disingenuous and insincere.
Βρήκε τα κομπλιμέντα του ανειλικρινή και ανειλικρινή.
Λεξικό Δέντρο
disingenuous
ingenuous



























