Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dishy
01
γοητευτικός, σέξι
sexually attractive and good-looking
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
dishiest
συγκριτικός βαθμός
dishier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, attractiveness, evaluation
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dishy
dish



























