Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disguise
01
μεταμφίεση, καμουφλάζ
any item that is worn to change or alter the appearance or to hide someone's identity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disguises
02
μεταμφίεση, παραπλανητική εμφάνιση
an outward semblance that misrepresents the true nature of something
03
μεταμφίεση, καμουφλάζ
the act of concealing the identity of something by modifying its appearance
to disguise
01
μεταμφιέζομαι, καμουφλάρω
to change one's appearance, behavior, or nature in order to conceal one's identity or true nature
Transitive: to disguise oneself | to disguise one's identity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disguise
γ΄ ενικό πρόσωπο
disguises
ενεστώτα μετοχή
disguising
απλός αόριστος
disguised
παθητική μετοχή
disguised
Παραδείγματα
The spy often disguises himself to gather information unnoticed.
Ο κατάσκοπος συχνά μεταμφιέζεται για να συλλέγει πληροφορίες απαρατήρητος.
Λεξικό Δέντρο
disguise
guise



























