Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to discuss
01
συζητώ, διαπραγματεύομαι
to talk about something with someone, often in a formal manner
Transitive: to discuss sth with sb | to discuss sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
discuss
γ΄ ενικό πρόσωπο
discusses
ενεστώτα μετοχή
discussing
απλός αόριστος
discussed
παθητική μετοχή
discussed
Παραδείγματα
Can we discuss this matter privately?
Μπορούμε να συζητήσουμε αυτό το θέμα ιδιωτικά;
02
συζητώ, συνομιλώ
to talk or write about a topic in detail, considering different opinions and aspects
Transitive: to discuss an issue
Παραδείγματα
The committee will discuss the allocation of funds next Tuesday.
Η επιτροπή θα συζητήσει την κατανομή των κεφαλαίων την επόμενη Τρίτη.
Λεξικό Δέντρο
discussion
discuss



























