Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to discuss
01
συζητώ, διαπραγματεύομαι
to talk about something with someone, often in a formal manner
Transitive: to discuss sth with sb | to discuss sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
discuss
γ΄ ενικό πρόσωπο
discusses
ενεστώτα μετοχή
discussing
απλός αόριστος
discussed
παθητική μετοχή
discussed
Παραδείγματα
He wanted to discuss his concerns with the manager before making a formal complaint.
Ήθελε να συζητήσει τις ανησυχίες του με τον διαχειριστή πριν υποβάλει επίσημη καταγγελία.
02
συζητώ, συνομιλώ
to talk or write about a topic in detail, considering different opinions and aspects
Transitive: to discuss an issue
Παραδείγματα
During the seminar, the panelists discussed the implications of climate change on global agriculture.
Κατά τη διάρκεια του σεμιναρίου, οι συμμετέχοντες του panel συζήτησαν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην παγκόσμια γεωργία.
Λεξικό Δέντρο
discussion
discuss



























