Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to discontinue
01
διακόπτω, σταματώ
to stop something from happening, being produced, or used any longer
Transitive: to discontinue an activity or service
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
discontinue
γ΄ ενικό πρόσωπο
discontinues
ενεστώτα μετοχή
discontinuing
απλός αόριστος
discontinued
παθητική μετοχή
discontinued
Παραδείγματα
The airline has discontinued flights to certain destinations.
Η αεροπορική εταιρεία έχει διακόψει τις πτήσεις προς ορισμένους προορισμούς.
02
διακόπτω, σταματώ
to stop happening or existing
Intransitive
Παραδείγματα
The tradition discontinued when the new generation chose not to follow it.
Η παράδοση διακόπηκε όταν η νέα γενιά επέλεξε να μην την ακολουθήσει.
Λεξικό Δέντρο
discontinue
continue



























