Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to discontinue
01
διακόπτω, σταματώ
to stop something from happening, being produced, or used any longer
Transitive: to discontinue an activity or service
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
discontinue
γ΄ ενικό πρόσωπο
discontinues
ενεστώτα μετοχή
discontinuing
απλός αόριστος
discontinued
παθητική μετοχή
discontinued
Παραδείγματα
The company decided to discontinue the production of that model due to low demand.
Η εταιρεία αποφάσισε να διακόψει την παραγωγή αυτού του μοντέλου λόγω χαμηλής ζήτησης.
02
διακόπτω, σταματώ
to stop happening or existing
Intransitive
Παραδείγματα
The service will discontinue at the end of the month.
Η υπηρεσία θα διακοπεί στο τέλος του μήνα.
Λεξικό Δέντρο
discontinue
continue



























