Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disastrous
01
extremely unsuccessful, unfortunate, or poorly executed
Παραδείγματα
The project was a disastrous attempt at innovation.
02
καταστροφικός, ολέθριος
very harmful or bad
Παραδείγματα
The oil spill had disastrous effects on marine life and coastal ecosystems.
Η διαρροή πετρελαίου είχε καταστροφικές επιπτώσεις στη θαλάσσια ζωή και τα παράκτια οικοσυστήματα.
Λεξικό Δέντρο
disastrously
disastrous
disaster



























