Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disastrous
01
καταστροφικός, ολέθριος
extremely unsuccessful, unfortunate, or poorly executed
Παραδείγματα
His performance at the recital was disastrous.
Η απόδοσή του στο ρεσιτάλ ήταν καταστροφική.
02
καταστροφικός, ολέθριος
very harmful or bad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disastrous
συγκριτικός βαθμός
more disastrous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The storm's disastrous impact left thousands of homes without power.
Η καταστροφική επίπτωση της καταιγίδας άφησε χιλιάδες σπίτια χωρίς ρεύμα.
Λεξικό Δέντρο
disastrously
disastrous
disaster



























