Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disaster area
01
περιοχή καταστροφής, πληγείσα περιοχή
a region whose population is affected by a general disaster
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
disaster areas
02
περιοχή καταστροφής, καταστροφή
something that is extremely unsuccessful or disorganized
LanGeek



























