Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disarrayed
01
ακατάστατος, αποδιοργανωμένος
in disarray
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disarrayed
συγκριτικός βαθμός
more disarrayed
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
disarrayed
arrayed
array



























